Image
Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026 15:32 Οικονομία
 

Προτάσεις του ΕΒΕΘ για τη φορολογική ελάφρυνση και την ενίσχυση της αναπτυξιακής προοπτικής των επιχειρήσεων

 Η φορολογική ελάφρυνση και η ενίσχυση της αναπτυξιακής προοπτικής των επιχειρήσεων είναι το αντικείμενο επιστολής του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης προς τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κ. Κυριάκο Πιερρακάκη, τον Υπουργό Ανάπτυξης, κ. Παναγιώτη Θεοδωρικάκο και τον Υφυπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κ. Γιώργο Κώτσηρα.
Το πλήρες κείμενο της επιστολής, που υπογράφεται από τον Β΄ Αντιπρόεδρο του ΕΒΕΘ, κ. Πάνο Μενεξόπουλο, είναι το ακόλουθο:

«Αξιότιμοι κύριοι Υπουργοί,
Το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης (ΕΒΕΘ), ενεργώντας στο πλαίσιο του θεσμικού του ρόλου και εκπροσωπώντας την επιχειρηματική κοινότητα, παρακολουθεί συστηματικά τις εξελίξεις στο οικονομικό και επιχειρηματικό περιβάλλον. Αναγνωρίζοντας τις προσπάθειες που καταβάλλονται για τη σταθεροποίηση και ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, θεωρούμε αναγκαία την υιοθέτηση στοχευμένων μέτρων και σας υποβάλλουμε μια δέσμη τεκμηριωμένων εισηγήσεων για τη φορολογική ελάφρυνση και την ενίσχυση της αναπτυξιακής προοπτικής των επιχειρήσεων:
Πρώτον, με την παρούσα επιστολή, εισηγούμαστε τη θεσμοθέτηση της απαλλαγής από τον Ενιαίο Φόρο Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) για τα επαγγελματικά ακίνητα εταιρειών, τα οποία τελούν σε κατάσταση αποδεδειγμένης αδράνειας, όπως αυτή τεκμαίρεται από τη διακοπή της ηλεκτροδότησής τους. Άλλωστε, η παύση της λειτουργικής δραστηριότητας ενός επαγγελματικού ακινήτου αίρει τη βάση επιβολής φορολογικών βαρών που συνδέονται με τη χρήση αυτού. Η επιβολή ΕΝΦΙΑ σε αυτά τα αδρανή επαγγελματικά ακίνητα, που έχουν μηδενική χρηστική αξία, είναι μη λειτουργικά και δεν αποφέρουν εισόδημα, στερείται οικονομικού ερείσματος, καθώς η επιχείρηση δεν απολαμβάνει κανένα όφελος από την κατοχή τους. Η αδυναμία των ανενεργών αυτών ακινήτων να λειτουργήσουν ως πηγή προσόδου εκμηδενίζει, ουσιαστικά, την πραγματική φοροδοτική ικανότητα των υπόχρεων επιχειρήσεων. Συνεπώς, η θεσμοθέτηση της κατάργησης του ΕΝΦΙΑ στα μη ηλεκτροδοτούμενα επαγγελματικά ακίνητα αποκαθιστά την οικονομική λογική, καθώς, τεκμηριωμένα, η φορολόγηση ενός τέτοιου ακινήτου σε κατάσταση αποδεδειγμένης αδράνειας αντιπροσωπεύει ένα στρεβλό φορολογικό βάρος που δεν αντιστοιχεί σε πραγματική οικονομική αξία.
Δεύτερον, κατά την ίδια λογική που εφαρμόζεται στις κατοικίες, εισηγούμαστε την εφαρμογή έκπτωσης 15-20% στον Ενιαίο Φόρο Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) για τα επαγγελματικά ακίνητα επιχειρήσεων, που ασφαλίζονται για κινδύνους σεισμού, πυρκαγιάς και πλημμύρας. Η έκπτωση αυτή θα καλύπτει μέρος του κόστους των ασφαλίστρων των μεγαλύτερων επιχειρήσεων, για τις οποίες προβλέπεται υποχρεωτική ασφάλιση για φυσικές καταστροφές, αλλά και θα καθιστά την ασφάλιση πιο προσιτή στις μικρότερες επιχειρήσεις. Αναμφίβολα, σε περιπτώσεις φυσικών καταστροφών, η ασφάλιση μειώνει την ανάγκη για κρατικές αποζημιώσεις, αλλά και ενισχύει την επιχειρηματική ανθεκτικότητα και συνέχεια. Κατά συνέπεια, η εφαρμογή έκπτωσης θα λειτουργεί ως κίνητρο, που όχι μόνο θα ελαφρύνει το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων, αλλά ταυτόχρονα θα θωρακίζει τον κρατικό προϋπολογισμό από απρόβλεπτες δαπάνες.
Τρίτον, εισηγούμαστε την μείωση της προκαταβολής επί του φόρου εισοδήματος εταιρειών στο 55% από το υφιστάμενο 80%. Σε μια περίοδο που η ελληνική οικονομία επιδεικνύει σταθερά σημάδια βελτίωσης, ενώ, παράλληλα, ενισχύονται τα επίπεδα φορολογικής συμμόρφωσης, με συνέπεια την αύξηση των δημοσίων εσόδων, η διατήρηση ενός τόσο υψηλού συντελεστή λειτουργεί ανασταλτικά και στρεβλώνει την λειτουργία των επιχειρήσεων, ιδίως ως προς την χρηματοοικονομική διαχείριση. Άλλωστε, η προκαταβολή φόρου, που βασίζεται στην υπόθεση ότι η κερδοφορία του επόμενου έτους θα είναι τουλάχιστον ίση με την τρέχουσα, συνιστά μια επιβάρυνση που πολλές φορές αποκλίνει από την πραγματική φοροδοτική ικανότητα των επιχειρήσεων. Συνεπώς, θεωρούμε ότι η μείωση της προκαταβολής φόρου θα τονώσει την ρευστότητα των επιχειρήσεων, θα απελευθερώσει επενδυτικά κεφάλαια, αλλά και θα εξορθολογίσει, ως έναν βαθμό, την κατανομή του φορολογικού βάρους.
Τέταρτον, εισηγούμαστε την επαναφορά του δικαιώματος για δημιουργία αφορολόγητου αποθεματικού για επενδύσεις από τα κέρδη της επιχείρησης, με την υποχρέωση της άμεσης επενδυτικής αξιοποίησής τους. Το μέτρο αυτό κρίνεται απαραίτητο για την επιτάχυνση του ρυθμού της επιχειρηματικής ανάπτυξης, ανεξάρτητα, μάλιστα, από τα κρατικά ή ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά και επενδυτικά εργαλεία, όπως ο Αναπτυξιακός Νόμος, ο οποίος χαρακτηρίζεται από χρονοβόρες γραφειοκρατικές διαδικασίες που αποθαρρύνουν πολλές επιχειρήσεις, αλλά και από τα Προγράμματα του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF), τα οποία ολοκληρώνονται εντός του τρέχοντος έτους. Κατά συνέπεια, το αφορολόγητο αποθεματικό θα προσφέρει ένα μόνιμο εργαλείο για την υλοποίηση επενδύσεων, το οποίο θα παρέχει κίνητρα για επανεπένδυση κερδών, δημιουργώντας προστιθέμενη αξία για την ελληνική οικονομία, χωρίς να επιβαρύνει, μάλιστα, τον κρατικό προϋπολογισμό με επιδοτήσεις.
Αγαπητοί κύριοι Υπουργοί, αποτελεί βαθιά μας πεποίθηση ότι η υιοθέτηση των προτεινόμενων ρυθμίσεων θα αποκαταστήσει φορολογικές και άλλες στρεβλώσεις και θα εξορθολογίσει τη λειτουργία των επιχειρήσεων, απελευθερώνοντας πολύτιμους πόρους προς όφελος της ελληνικής οικονομίας.
Παραμένουμε στη διάθεσή σας για κάθε περαιτέρω πληροφορία και συνεργασία και προσβλέπουμε στη θετική σας ανταπόκριση».

Κάντε Like το daypress.gr