Τρύγος 2026: Η διαρθρωτική προσαρμογή συνεχίζεται στο Νότιο Ημισφαίριο για αναδιάταξη μεγέθους και αποφυγή πλεονασμάτων
Όπως και πέρυσι, η σοδειά του 2026 στο Νότιο Ημισφαίριο διαμορφώνεται στο σημείο τομής δύο πλέον αλληλένδετων δυνάμεων: της δυναμικής της αγοράς και των κλιματικών συνθηκών.
Οι εκτάσεις και οι δομές εξελίσσονται στο Νότιο Ημισφαίριο προκειμένου να ληφθούν υπόψη τα νέα δεδομένα του παγκόσμιου εμπορίου.
Οι επίσημες προβλέψεις παραμένουν σπάνιες προς το παρόν –στρατηγική επιφύλαξη;– αλλά μετά από αρκετές εβδομάδες τρύγου, οι βασικές τάσεις για τους όγκους παραγωγής της σοδειάς του 2026 αρχίζουν να ξεκαθαρίζουν στις κύριες οινοπαραγωγικές χώρες του Νοτίου Ημισφαιρίου. Ορισμένες σταθερές αναδύονται: μια κλιματική μεταβλητότητα που επιβαρύνει τις αποδόσεις, ένας τρύγος που συχνά ξεκινά νωρίτερα σε σχέση με το ιστορικό ημερολόγιο και, στο βάθος, το βάρος των αποθεμάτων και της μειωμένης κατανάλωσης, που επηρεάζει τις ποσότητες που συγκομίζονται.
Αναμενόμενη ανάκαμψη στη Χιλή
Στη Νότια Αμερική, η οροσειρά των Άνδεων λειτουργεί περισσότερο από ποτέ ως ένα πραγματικό σύνορο. Από τη μία πλευρά, η Χιλή αναμένει μια σχετικά σημαντική αύξηση της σοδειάς της το 2026· από την άλλη, η Αργεντινή αναμένει υποχώρηση. Είναι αλήθεια ότι η χιλιανή παραγωγή το 2025 ήταν ιδιαίτερα χαμηλή, σημειώνοντας πτώση 10% σε σύγκριση με το 2024, στα 8,4 εκατομμύρια εκατόλιτρα. Οι πιο πρόσφατες εκτιμήσεις για το 2026 προβλέπουν ανάκαμψη της τάξης του 10-12%, με αυξήσεις που μπορεί να φτάσουν το 30% σε ορισμένες ζώνες. Αυτή η ανάκαμψη, ωστόσο, εντάσσεται σε ένα πλαίσιο διαρθρωτικής συρρίκνωσης του αμπελώνα: σύμφωνα με πηγές, μεταξύ 200.000 και 300.000 στρεμμάτων έχουν εκριζωθεί στη Χιλή τα τελευταία χρόνια. Σε αυτή την υποχώρηση προστίθενται εγκαταλελειμμένα αμπέλια, καθώς και κλιματικοί περιορισμοί, όπως το υδατικό έλλειμμα και οι δασικές πυρκαγιές.
Κλίμα ύφεσης στην Αργεντινή
Η Αργεντινή δεν ξεφεύγει από αυτή τη δυναμική συρρίκνωσης. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε το Εθνικό Ινστιτούτο Αμπελουργίας (INV), περίπου 1.100 εκμεταλλεύσεις έχουν εξαφανιστεί, αντιπροσωπεύοντας μια συνολική απώλεια 32.760 στρεμμάτων. Για πρώτη φορά το 2024, η έκταση του εθνικού αμπελώνα στην Αργεντινή έπεσε κάτω από το όριο των 2 εκατομμυρίων στρεμμάτων. Αιτία: η πτώση των εξαγωγών αλλά και της εγχώριας κατανάλωσης, η οποία έφτασε σε ιστορικά χαμηλό επίπεδο 15,7 λίτρων ανά κάτοικο ετησίως το 2025. Σε αυτό το πλαίσιο, η σοδειά του 2026 θα μπορούσε να υποχωρήσει κατά περίπου 10% σε σχέση με τα 10,7 εκατ. εκατόλιτρα που συγκομίστηκαν πέρυσι.
Θετικά μηνύματα από τη Νότια Αφρική
Οι προοπτικές φαίνονται πιο ευνοϊκές στην πλευρά της Νότιας Αφρικής. Σύμφωνα με μια τρίτη έκθεση που δημοσιεύθηκε στις 19 Μαρτίου από τον οργανισμό South Africa Wine, η παραγωγή αναμένεται να αυξηθεί σε σύγκριση με το 2025, με ποιοτικό δυναμικό που κρίνεται πολλά υποσχόμενο για πολλές ποικιλίες. Στις αρχές Μαρτίου, τα τρία τέταρτα του τρύγου είχαν ολοκληρωθεί. Οι χειμερινές βροχοπτώσεις κοντά στον μέσο όρο επέτρεψαν ένα καλό ξεκίνημα της περιόδου, ενώ οι βροχές του Φεβρουαρίου μείωσαν το υδατικό στρες που προέκυψε μετά από μια παρατεταμένη περίοδο έντονης ζέστης, ξηρασίας και ανέμων. Ένα άλλο θετικό σήμα: η έκταση του αμπελώνα διατηρείται στα 855.250 στρέμματα, με οριακή απώλεια μόλις 190 στρεμμάτων σε ένα έτος. Παρόλα αυτά, η επιφύλαξη παραμένει απαραίτητη. Ο διευθυντής του South Africa Wine, Rico Basso, προειδοποιεί ότι μια αυξημένη σοδειά το 2026 θα απαιτήσει «προσεκτική διαχείριση της διαθεσιμότητας σε όλη την αλυσίδα αξίας», σε ένα πλαίσιο «επιβράδυνσης της εμπορικής δραστηριότητας σε ορισμένες αγορές κατά το περασμένο έτος».
Πρόβλεψη για μεγάλη πτώση στην Αυστραλία
Η ίδια πίεση ασκείται, με πιο οξύ τρόπο, στην Αυστραλία, όπου τα πλεονάσματα, η πτώση των εξαγωγών και η υποχώρηση της εγχώριας κατανάλωσης οδηγούν σε σημαντικές στρατηγικές προσαρμογές του παραγωγικού δυναμικού. Μετά από μια σοδειά το 2025 αυξημένη κατά 11% σε σχέση με το 2024, μια έκθεση που δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο από την ABARES προβλέπει μείωση 20% της σοδειάς του 2026, η οποία θα διαμορφωθεί στους 1,25 εκατομμύρια τόνους. Μεταξύ των παραγόντων που αναφέρονται είναι η αύξηση των τιμών του νερού και η μείωση των τιμών των σταφυλιών, που επηρεάζουν άμεσα τις αποφάσεις για τη συγκομιδή. Η τρέχουσα αύξηση της τιμής των εισροών και των καυσίμων θα εντείνει την πίεση στον αυστραλιανό κλάδο, ωθώντας την ABARES να μην προβλέπει καμία επιστροφή σε αύξηση της παραγωγής μεσοπρόθεσμα (2030-31). Αντιμέτωποι με τα νέα εμπορικά δεδομένα, οι Αυστραλοί παραγωγοί συνεχίζουν να προσανατολίζουν την παραγωγή προς ελαφρύτερα κρασιά και λευκά, που συμβαδίζουν περισσότερο με τη ζήτηση. Παράλληλα, για τη βελτίωση της ορατότητας στο παραγωγικό δυναμικό, βρίσκεται υπό δημιουργία ένα αμπελουργικό μητρώο. Επιπλέον, η αυστραλιανή κυβέρνηση ανακοίνωσε την εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2027 ενός κώδικα δεοντολογίας για την ενίσχυση της διαφάνειας των τιμών και των εμπορικών σχέσεων μεταξύ αμπελουργών και οινοποιείων.
Η νεοζηλανδική βιομηχανία παραμένει επιφυλακτική
Τέλος, από την άλλη πλευρά της Θάλασσας της Τασμανίας, η Νέα Ζηλανδία αναφέρει μια ιστορική πρωιμότητα του τρύγου. Παρόλο που η συγκομιδή έχει προχωρήσει σημαντικά, ο οργανισμός New Zealand Winegrowers δεν έχει κοινοποιήσει σε αυτό το στάδιο καμία εκτίμηση όγκου, προτιμώντας να τονίσει την αισιοδοξία των παραγωγών για το ποιοτικό δυναμικό της σοδειάς του 2026. Στην κύρια οινοπαραγωγική περιοχή του Marlborough, οι αμπελουργοί και τα οινοποιεία προσεγγίζουν το δυναμικό του όγκου παραγωγής με προσοχή. Σύμφωνα με τον Patrick Materman, επικεφαλής οινοποιό της Indevin, του κύριου παραγωγού της χώρας, η επιβολή πλαφόν στις αποδόσεις θα εφαρμοστεί ξανά φέτος, σε επίπεδα ακόμη χαμηλότερα από εκείνα του 2025. Προληπτικά, οι αμπελουργοί περιόρισαν το παραγωγικό δυναμικό πριν από την ανθοφορία, ενώ ορισμένοι αμπελώνες δεν θα τρυγηθούν καθόλου.
Πέρα από τις εθνικές ιδιαιτερότητες, μια βασική τάση αναδύεται ξεκάθαρα. Παντού, οι στρατηγικές που εφαρμόζονται αντικατοπτρίζουν μια βούληση – ή μια αναγκαιότητα – να μην τροφοδοτηθούν περαιτέρω τα πλεονάσματα και να αναπροσαρμοστούν οι εκτάσεις και οι όγκοι παραγωγής, ώστε να αντιμετωπιστεί το νέο παγκόσμιο εμπορικό περιβάλλον.